Η γυάλα

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2017

*Σημείωση: Ξεψαχνίζοντας με το πρωινό καφεδάκι το ανόητο αρχείο μου, με τις ένα σωρό μισοτελειωμένες και μισοσκισμένες σημειώσεις έπεσα πάνω στο παρόν. Πρέπει να πάνε 15 χρόνια που είχε προκηρύξει διαγωνισμό ένα site ονόματι "fantasy gate" ή "fantasy something" για διηγήματα φαντασίας. "Η γυάλα" είχε σταλεί στο διαγωνισμό αλλά αν θυμάμαι καλά ο τελευταίος δεν είχε προλάβει να ολοκληρωθεί γιατί το site έκλεισε! Λοιπόν, για να να μην τα πολυλογώ "η γυάλα" είναι ένα διηγηματάκι του πυλωρού όταν αυτός ήταν στα 20-21 και δεν ήταν ακόμη "ο πυλωρός" 😜. Αποφάσισα να το post-άρω για λόγους παρακαταθήκης και νοσταλγίας, μη χαθεί όπως τόσα και τόσα που έχασα το καλοκαίρι με το κάψιμο ενός δίσκου. Σας φιλώ, enjoy.

1.
Βάδισε στο ημιφωτισμένο δρομάκι με μια αίσθηση ότι εξερευνούσε κάτι περίεργο. Μύρισε τον αέρα που του χάιδευε απαλά το δέρμα και κατευθύνθηκε προς το ζητούμενο σημείο λες και έφτανε νωρίς σε ένα ραντεβού και είχε λίγα λεπτά να περιεργαστεί το χώρο προτού αυτό έλθει. Είχε διαλέξει μια εναλλακτική διαδρομή αυτή τη φορά σε σχέση με αυτή που είχε ακολουθήσει τη πρώτη φορά που εντόπισε το σημείο.  Του άρεζε να αλλάζει μικρές λεπτομέρειες σε επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ώστε να αισθάνεται ότι πιάνει στον ύπνο τη συνήθεια του, και να κρατά σε εγρήγορση το νου του. 
Την πρώτη φορά πέρασε από εκεί τυχαία. Είχε μία δουλειά στη γειτονιά όταν το μάτι του έπεσε στην πινακίδα που του προξένησε τη περιέργεια. Το μυαλό του έβρισκε μηχανορραφίες κάθε τόσο σε μικρές λεπτομέρειες στο περιβάλλον και έδινε τις πιο παράξενες εξηγήσεις. Είχε την πεποίθηση ότι η πραγματικότητα γύρω δεν ήταν αυτή που δημιουργούσαν μαζικά τα κέντρα παραγωγής επιλεκτικής αντίληψης. Πίστευε ότι ο άνθρωπος της πόλης ήταν ένα νέο ιστορικά είδος ανθρώπου. Ένας άνθρωπος που δεν ήταν ακριβώς άνθρωπος. Αυτός ο μεταλλαγμένος άνθρωπος κοιτούσε αλλά δεν έβλεπε πραγματικά. Τα μάτια του είχαν υποστεί μία σκόπιμη μετάλλαξη -υποβαλλόμενη από το σύστημα ή αυθυποβαλλόμενη δεν είχε καταλήξει- η οποία ισοδυναμούσε με τον όρο «φίλτρα επιλεκτικής αντίληψης». 
Δηλαδή έβλεπαν ότι ήθελαν –ή ότι τους έλεγαν να δουν. Αυτό τον έκανε συνέχεια να αναρωτιέται. Όλοι κοιτάζουν γύρω τους αλλά πόσοι βλέπουν πραγματικά. Πίστευε πως αν παρατηρήσεις το περιβάλλον με τις άκρες του ματιού, παρακολουθώντας χωρίς αυτό να σε καταλάβει θα αρχίσεις να συσσωρεύεις παρατηρήσεις οι οποίες εκ πρώτης όψεως δεν έχουν καμία αξία. Αν συνδεθούν όμως ακροβατικά δίνουν πολλά νέα συμπεράσματα τα οποία αλλάζουν την αντίληψη για την πραγματικότητα. 
Έφτασε στο σημείο. Ξαναδιάβασε τη πινακίδα. Για τη ακρίβεια δύο πινακίδες σε κατακόρυφη παράθεση. Προχώρησε λίγο πιο πίσω πάνω στο δρόμο. Έψαξε για τη πινακίδα στη γωνία του δρόμου. Έκανε το ίδιο προς τα εμπρός. Ακριβώς αυτό που είχε υποπτευθεί. Η περιοχή έχει μαρκαριστεί. Η πινακίδα εξυπηρετεί άλλους από τους προφανείς σκοπούς της.
Αυτομάτως προκύπτουν τρία ερωτήματα τα οποία τα έχει συζητήσει ξανά με τον εαυτό του και τα έχει αρχειοθετήσει. Η προοπτική ήταν να συνδεθούν κάποτε με άλλα τέτοια στοιχεία και να εξηγήσουν μία πραγματικότητα που τώρα δε μπορεί να σκιαγραφηθεί παρά μόνο να υποπτευθεί σημειακά από το μυαλό του. Η διαίσθηση του όμως του έλεγε ότι βαδίζει στη σωστή ατραπό. 

 «Ένας θεός ξέρει τι πραγματικά μπορεί να έχουν σημαδέψει εδώ. Αν πράγματι είναι σημάδι και όχι άλλη μία γκάφα των οδοποιών».Σκέφτηκε. «Αναμφισβήτητα μπαίνει κι αυτό στο μπλοκάκι».

Έκανε μία επιτόπια περιστροφή 360 μοιρών, πήρε δύο βαθιές αναπνοές και το επανέλαβε. Προσπαθούσε να αφουγκραστεί τη περιοχή, να ακούσει την ιστορία της. Να ψυχογραφήσει τον αιθέρα της. Κοίταξε υπομονετικά το μικρό πάρκο, το περίπτερο, τις φωτεινές βιτρίνες των μαγαζιών. Μία και μόνη αίσθηση τον γέμισε. Όποιος ζούσε στη γειτονιά θα έπρεπε να ένιωθε σαν ζωντανή παράσταση της πόλης. Η εικόνα ήταν κοινότοπη αλλά ταυτόχρονα έδινε μία αίσθηση γραφικότητας που τον έκανε να νιώθει ότι και πριν πενήντα χρόνια ο τόπος αυτός θα είχε την ίδια αίσθηση…Ο κόσμος έβρισκε πάντα τρόπο να τον ξαφνιάσει. Να τον εντυπωσιάσει. Πάντα είχε κάτι να του διδάξει. Κάτι καινούριο να του πει. 

Μπορεί και όλα βέβαια να ήταν και αποτέλεσμα της τρέλας που είχε συσσωρεύσει στον εγκέφαλό του. Ποιος του ‘λεγε ότι εάν είχε φάει κάτι άλλο ή εάν ερχόταν νηστικός δε θα ένιωθε ότι αυτό το μέρος θα έπρεπε να έχει μία υπόγεια δημόσια τουαλέτα αντί για πάρκο, με σιδερένιες πόρτες και βρώμικα άσπρα πλακάκια, κι έναν τύπο ντυμένο σαν άστεγο με μουστάκι και πρασινοχακί τζάκετ να στέκεται στην εσωτερική πόρτα με το παγκάρι απλωμένο και να περιμένει ελεημοσύνη.

«Δεν είναι όμως έτσι» σκέφτηκε. Σήκωσε το αριστερό δείκτη και χάραξε κάτι στον αέρα. «Σήμερα ήρθα. Σήμερα ήταν να έρθω.»

«Δεν έχει τίποτα άλλο εδώ, ώρα να πηγαίνω, αρκετά αεροσκόπησα» σκέφτηκε και κατηφόρισε το δρόμο με σκοπό τον άλλο κάθετο δρόμο και τη στάση για λεωφορείο. Προχωρώντας χάζευε τις πινακίδες, τους περαστικούς, τις βιτρίνες και τι είδη πουλάνε, πόσο καινούρια είναι τα αμάξια της γειτονιάς, αν έχει χώρους για να παίξουν τα παιδιά και άλλα τέτοια άξια της προσωρινής προσοχής του αλλά και της περιφρόνησης του στις διάφορες συζητήσεις. Και αυτό διότι δεν ήθελε να φαίνεται κάπως αφού αυτό επακόλουθα θα τον καθιστούσε ευάλωτο. Συνεπώς επέλεγε να εκθέτει υπό ορισμένα πρίσματα τον εαυτό του στο περιβάλλον του. Μερικές πλευρές του ήταν κρυφές ακόμη και στους πιο κοντινούς του.

2.
Συνήθως τις καθημερινές- εκτός από αυτές της περιόδου της εξεταστικής που ήταν διαφορετικά- έκανε και κάποια βόλτα από τη σχολή να παρακολουθήσει κάποιο από τα μαθήματα τυχαία επιλεγμένο από το πρόγραμμα. Δεν τον ένοιαζε και πολύ ποιο θα ήταν αρκεί να είχε μια κάποια προσέλευση ώστε να έχει και κάποιο ενδιαφέρον για αυτόν.
Σήμερα όμως είχε προγραμματισμένο κάτι άλλο. Τον είχε πάρει ο Γιάννης από το Ταχυδρομείο και του είπε ότι έχει έτοιμο άλλο ένα σάκο για αυτόν. 
8:32.Δύσκολο ξύπνημα. Φόρεσε τα ρούχα του, το μαύρο τζάκετ του και έφυγε. Θα έπαιρνε κάνα καφέ στο δρόμο για να κερδίσει χρόνο. Ανυπομονούσε να πάρει στα χέρια του αυτό το σάκο. 
8:45.Κατέβασμα από το λεωφορείο, γρήγορη ματιά στο περίγυρο. Ακόμη πιο ερευνητική –χωρίς υπερβολές και απότομες κινήσεις-περιμένοντας το φανάρι. «Τι παθαίνω κάθε τέτοια φορά. Ξυπνάω το πρωί πιο κουρασμένος από ότι κοιμήθηκα. Σκέφτομαι, και οι σκέψεις…μου διαφεύγουν, μου μιλάω και ξεχνάω τι μου λέω. Αφού δεν έχω άγχος? Γιατί έχω τα συμπτώματα του? Θωμαααά…ηρέμησε. Ουφ, άντε να δούμε τι άλλο θα δούμε.»
Πήρε το πλακόστρωτο πεζόδρομο δίπλα από το ταχυδρομείο και έστριψε αριστερά ακριβώς από πίσω του. Εκεί ήταν ο Γιάννης και τον περίμενε. «Άντε ρε μεγάλε εγώ θα σε περιμένω…αφού είπαμε ακριβώς παρά τέταρτο.» «Καλά, ντε συγχώρα με που άργησα ¬(¬–συμβουλή του ρολογιού)- 117 δεύτερα, ούτε καν δύο λεπτά.» «Αφού είπαμε ρε…» «Ναι, ρε ξέρω…σόρρυ. Απλά ήταν να αργήσει το λεωφορείο… Γεμάτη σακούλα βλέπω.» Ανταλλαγή μίας καφετιάς, αρκετά μεγάλης σακούλας με ένα φάκελο. «Για μένα τα’ χα που να πάρει αλλά χαλάλι για το ευχαριστώ της συναλλαγής.» Ο Γιάννης άνοιξε το φάκελο και χάζεψε μέσα το περιεχόμενο. «Archive στο Μύλο. Παρασκευή… καραγούσταρα. Θα το ξανακάνουμε…Α, και ένα πενηντάρικο για μπύρες. Αφού σου είπα ρε, όχι λεφτά. Απλά αν ανακαλύψεις ποτέ αυτό που ψάχνεις, πες, να τα πούμε με κάνα ουισκάκι. Δε θα σε προσβάλλω το κρατάω.»  «Σίγουρα… θα το αυτό ξανά, αν δεν έχεις ξέρεις…» «Μη φοβάσαι ρε ξέρω τι κάνω. Λοιπόν άντε γεια χαρά, πρέπει να πάω μέσα.» «ΟΚ. Γεια ρε Τζόνι και Thanks. Θα σε πάρω για την επιστροφή. Δε θα με πάρει πάνω από δύο μερούλες». «Ναι, ρε.» . Έκλεισε το μάτι συγκαταβατικά και κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομείο. «Α, που είσαι» φώναξε ο Γιάννης, καθώς ο Θωμάς ήταν έτοιμος να φύγει. «Πάρε και αυτό που ήρθε όσο σε περίμενα». « ΟΚ, να σαι καλά» απάντησε ο Θωμάς όσο ο φίλος του, έβγαζε ένα φάκελο από τη τσέπη του και το έβαζε στη βαθιά τσέπη του δικού του τζάκετ. «Άντε, Γεια».

3.
Ο Θωμάς έσφιξε στην δεξιά του μασχάλη τα λάφυρα και σκέφτηκε να καθίσει στο παγκάκι παραπέρα και να ρίξει μία γρήγορη ματιά. Αλλά μετά το ξανασκέφτηκε για τη ματιά, ότι ποτέ δεν είναι γρήγορη, και ότι θα ήταν ολίγον ίσως περίεργο να ανοίγει ένα σωρό γράμματα στη μέση του δρόμου. Καλύτερο θα ήταν να πάει στο καφέ της Ρίας, στην Αριστοτέλους που θα’ ναι μάλλον άδειο, να πει ένα γεια, να δώσει στον εαυτό του την απαραίτητη καφεΐνη και να αφήσει τη μελέτη για αργότερα. Δε χρειάζονται βιασύνες. Το καλό πράμα αργεί και περιμένει.
Το καφέ αυτό ήταν μισό χιλιόμετρο μακριά σε ένα ρετιρέ που κοιτούσε την πλατεία Αριστοτέλους. Όταν καθόταν εκεί, ηρεμούσε με το να χαζεύει τη θέα χαμηλά…να χαρτογραφεί νοητά τις διαδρομές των περιστεριών ή ακόμη των ανθρώπων και ασυναίσθητα να αφήνει τη φαντασία του να ταξιδεύει πάνω στις αόρατες αυτές γραμμές μέχρι το άπειρο.
Προχωρώντας για τον προορισμό του έβγαλε το κινητό από την αριστερή του τσέπη έκανε μία κλήση το άφησε να χτυπήσει τρεις φορές και το έκλεισε. Φτάνοντας στη γωνία Αγίας Σοφίας με Τσιμισκή έκανε μία αόριστη τρίπλα καθώς περπατούσε και στροφή 90 μοιρών δεξιά σαν να έλεγε  «Α, να ένα περίπτερο» -είχε περίπτερο στα 3 μέτρα- λες και είχε κάτι να πάρει από εκεί…Ταυτόχρονα σήκωσε το δεξί του χέρι με το δείκτη ελαφρώς τεντωμένο έσκυψε λίγο το κεφάλι του και έφερε το χέρι του να χαϊδέψει τα μαλλιά του και να καταλήξει στο σβέρκο. Από εκεί επαναφορά στην κατακόρυφη θέση. Στο ένα μέτρο τον σταματάει ένας τύπος με γκρίζο παλτό, που καθόταν στη γωνία σαν να περιμένει κάποιον, με σβηστό τσιγάρο στο στόμα, και μία σακούλα στα πόδια του μπροστά. Καφέ κι αυτή.
«Φίλε μήπως σου βρίσκεται μία φωτιά», του είπε.
«Βέβαια, του είπε ο Θωμάς.»Κάτσε ένα λεπτό. Έχωσε το δεξί του χέρι προσποιητικά στη τσέπη του μπουφάν. «Κάπου εδώ είναι.» Άφησε κάτω τη σακούλα με το αριστερό, ακριβώς δίπλα στην άλλη καφέ σακούλα, με σκοπό να βγάλει τον αναπτήρα από τη τσέπη του παντελονιού. Αφού έγινε έτσι, ο τύπος έριξε μία γρήγορη ματιά πάνω από τον ώμο του Θωμά, είπε ένα ευχαριστώ ακολουθούμενο με ένα νεύμα και ο Θωμάς σήκωσε τη σακούλα με το δεξί. Την άλλη σακούλα. Μετά σαν να είχε ξεχάσει αυτό που ήθελε από το περίπτερο επέστρεψε στο δρόμο του για το καφέ της Ρίας, κάνοντας σχεδόν ολόκληρη περιστροφή για να ευθυγραμμιστεί ξανά με την Τσιμισκή.
Στο δρόμο προχωρούσε και χαμογέλαγε μόνος του. Κάθε χαμόγελο το ακολουθούσε το σκύψιμο του κεφαλιού και χαΐδεμα των χειλιών του για να το κρύψει. «Αυτό το  παιδί (Ιάκωβος) μερικές φορές με κάνει να αισθάνομαι σαν τον Άντονυ Χοπκινς σε κατασκοπική ταινία ψυχρού πολέμου». Η όλη ιεροτελεστία της ανταλλαγής ήταν περισσότερο ένα ψυχολογικό τέχνασμα των δύο να ανεβάσουν την αδρεναλίνη τους ώστε να έχουν κάτι να γελούν τα βράδια. Ήταν μία ιδέα του Ιάκωβου, ο οποίος μια ζωή επινοούσε ιδέες «δανεισμένες» από κατασκοπικά θρίλερ παρά βοηθούσε τον Θωμά. Αυτό που του αναγνώριζε είναι ότι πάντα ήταν πρόθυμος να τον ακολουθήσει στις εξερευνήσεις και παρακολουθήσεις μέσα στη πόλη, και πάντα άκουγε τις θεωρίες του με τα γουρλωμένα του μεγάλα μάτια να ξεχειλίζουν από έκσταση.

4.
«Που’ σαι ρε Ρία. Χρόνης Ζαμάνης.» «Ε, δεν έχει και πολύ καιρό Τόμας Αλάνης» «Ναι, απλά έτσι το’ πα» «Τι, πίνουμε? Σκέτο?» Έκανε ένα επιβεβαιωτικό νόημα πριν ακόμη αυτή στρίψει, και έχωσε τη μύτη του στη σακούλα, καθώς ταυτόχρονα βολευόταν στη καρέκλα, να μυρίσει τι είχε μέσα. Αυτόματα το μυαλό του πήγε στην άλλη σακούλα και στο περιεχόμενο της. «Δε μπορεί, η θεωρία μου είναι σωστή, συνεπώς κάτι πρέπει να βγάλω κάποια στιγμή από αυτό το ατέλειωτο χαρτομάνι.» Έβγαλε μία άλλη μικρή σακουλίτσα, και ξετύλιξε μία πίττα.
Η θεωρία, ή μάλλον η υπόθεση είχε ως εξής. Ο φίλος του ο Φίλιππος είχε δει ένα γέρο στην πολυκατοικία του να παίρνει από το πάτωμα ένα γράμμα για κάποιον ανύπαρκτο ένοικο αυτής. Έναν Αγγέλου κάτι. Σε αυτόν τον Αγγέλου είχαν έρθει άλλα τουλάχιστον δύο γράμματα που είχε ο ίδιος παρατηρήσει και τη άλλη μέρα είχαν γίνει αέρας κοπανιστός. Το αστείο είναι ότι από τότε που έπεσε πάνω στο γέρο, τέτοιο γράμμα δε ξανάλθε. Απ’ όσο ήξερε κανένας παλιός ένοικος δε λεγόταν Αγγέλου. Ανοίγοντας για πλάκα τον τηλεφωνικό κατάλογο ο Θωμάς διαπίστωσε ότι αυτοί οι Αγγέλου πρέπει να’ ναι μεγάλη φαμίλια. Θα ήταν μάλλον ακατόρθωτο να βρει για ποιον απ’ όλους ήταν το γράμμα. Ή μήπως το γράμμα αυτό δε απευθυνόταν σε κανένα Αγγέλου. Από την άλλη που στην ευχή ήξερε ο γέρος πότε να πάει να μαζέψει το γράμμα. Εάν όντως η ηλεκτρονική αλληλογραφία και γενικά οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες ελέγχονται από το ECHELON τότε η κλασική αλληλογραφία είναι η πιο ασφαλής επικοινωνία. «Άλλο ένα Χ-file..» είχε σκεφτεί τότε. Τότε ήταν που του ήρθε και η ιδέα να πιάσει κάποιον σαν το Γιάννη στο Ταχυδρομείο να τον ρωτήσει κάνα δύο πραγματάκια. Εάν ίσως υπήρχε για οποιοδήποτε σκοπό μια οιαδήποτε μυστική αλληλογραφία, θα γινόταν όπως το παράδειγμα του γέρου. Ανύπαρκτος παραλήπτης σε άσχετη οδό, κωδικοποιημένη στο προηγούμενο γράμμα ας, πούμε. 
Χμ, καλό σενάριο. Διόλου απίθανο. Έχει και συνέχεια. Μυστική επικοινωνία ίσον μυστική πληροφορία. Μυστικό ίσον ρίσκο. Άρα πολύ πιθανό κάποιος σύνδεσμος να έχασε την επαφή, και το γράμμα να γύρισε στο ταχυδρομείο. Για να ξεμείνει το γράμμα βέβαια στα αζήτητα πρέπει να μην βρεθεί αποστολέας ή να μην υπάρχει τέτοιος. Καθόλου μα καθόλου απίθανο.  Με ανυπομονησία περίμενε το Γιάννη στη πρώτη συνάντηση τους να του φέρει κάνα δύο, τρία αζήτητα γράμματα και να αρχίσει τη συνομωσιολογία. Μόνο που ο Γιάννης είχε αντίθετη άποψη. Δε του ‘φερε ένα, δύο αλλά καμιά κατοστάρια τα οποία του ζήτησε να τα σαρώσει σε μία δύο μέρες και να τα επιστρέψει. Έτσι είχε γίνει και σήμερα που ήταν η τρίτη φορά τους τα τελευταία δύο χρόνια.

5.
Η πίττα ήταν ακόμη ζεστή, λαχταριστή. «Τέλειος συνδυασμός με ένα φλιτζάνι καυτού σκέτου γαλλικού καφέ.» Σκέφτηκε. 
«Τι έγινε τριχοτόμησες τη γωνία?», τον ρώτησε η Ρία καθώς έκανε μία κίνηση πίσω από τη πλάτη να περάσει μεταξύ δύο στενά παρκαρισμένων καρεκλών για να του σερβίρει τον καφέ. 
«Και όχι μόνο».Απάντησε αστειευτικά ο Θωμάς. «Τετραγώνισα και το κύκλο».Συνέχισε. «Αλλά όλα αυτά είναι άχρηστα.» Πρόσθεσε. «Αφού το παράγγελμα του Αριστοτέλη ήταν ξεκάθαρο : Αφήστε όλες τις ανοησίες περί τετραγωνισμούς κύκλων και τα συναφή. Ασχοληθείτε με πιο ουσιώδη πράματα.»
«Είσαι τρελός.» Του είπε η Ρία, περνώντας το δίσκο κολλητά στο πλευρό της , αφού είχε ήδη σερβίρει ,για να μην τον κρατά άχαρα και τον ανεμίζει όπως τις έλεγαν οι φίλες της. «Πότε το είπε αυτό ο Αριστοτέλης?»
«Κι, όμως» Απάντησε με στόμφο ο Θωμάς. «Το’ πε» 

«Είσαι όντως τρελός». Του ξαναείπε αυτή, τοποθετώντας τα πόδια της σε ανάπαυση και περιμένοντας τον να ξεστομίσει κάποιο νέο ευφυολόγημα, για να γελάσει λίγο ακόμη.
Αυτός που κάτι τέτοιες κινήσεις της ψυχολογεί με τη μία ανέβασε στροφές.
«Κοίτα… έχεις απόλυτο δίκιο είμαι θεόμουρλος. Πιστεύω ότι με περιστοιχίζει ένα παράξενο αόρατο πλέγμα. Σα δίχτυ. Σα συρματόπλεγμα. Επηρεάζει τη ζωή μου. Επηρεάζει το ποιος είμαι. Παίζει με μένα. Κι αφού με πλανεύει γυρνά από την άλλη και γελά μαζί μου. Τότε, χμ…τότε είναι που τρελαίνομαι. Κάνω ασυνάρτητα πράματα. Χωρίς λογική. Άλογα. Κι ο λόγος ξέρεις ποιος είναι? … Έτσι νομίζω ότι παίρνω εκδίκηση. Μα τελικά αντιδρώ σα φυλακισμένος σε κατάσταση παράκρουσης. Τελικά όμως…χμ, η τρέλα μου είναι μία συνειδητή απόφαση. Η παραφροσύνη είναι αποτέλεσμα σκέψης. Η ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΣΚΕΨΕΩΣ»
«Η παραφροσύνη σου είναι αποτέλεσμα σκέψης» Επανέλαβε η Ρία. «Ναι, και γιατί καταλήγεις σε αυτήν αφού κανονικά είσαι νορμάλ?» Συνέχισε.
«Μα σου είπα.»Είπε χαμογελώντας ειρωνικά ο Θωμάς, λες και ήξερε ότι αυτό ακριβώς θα ρωτήσει. «Για να ξεγελάσω ένα αόρατο πλέγμα που μοιάζει με δίχτυ.»
«Ααα, εσύ είσαι όντως τρελός» είπε ξεκινώντας να φύγει και χαμογελώντας η Ρία που κατάλαβε ότι έπεσε σε κάποιου είδους παγίδα του Θωμά, έτσι φτιαγμένη για να γελάσει χωρίς να καταλάβει ακριβώς τι σημαίνουν όλα όσα της ξεστόμισε. 
Βλέποντας την να φεύγει ο Θωμάς άρχισε να ψιθυρίζει ένα επινίκιο τραγούδι δικής του έμπνευσης.
Άκουσε από πίσω το χαχανητό της και το πήρε ως επιβράβευση. Η Ρία και αυτός είχαν γνωριστεί τυχαία. Και για ένα περίεργο λόγο συνέχιζαν να βρίσκονται τυχαία. Πότε δίπλα, δίπλα χαζεύοντας κάποια βιτρίνα, πότε στη ίδια αίθουσα του σινεμά, πότε στην ίδια στάση. Μάλιστα κάποια στιγμή είχαν καταλήξει στο νοικιασμένο σπίτι της. Δεν το συνέχισαν αλλά έτρεφαν πάντα μία συμπάθεια  ένας για τον άλλο.

6.
Έκατσε ήπιε το καφέ του σιγά, σιγά και έφερε στο νου του το «βλάκα τον Ιάκωβο». Τον είχε γνωρίσει με τον πιο απίστευτο τρόπο. Είχε βάλει στην εφημερίδα μία αγγελία τόσο χαζή που ο άλλος θα έπρεπε να σκεφτεί το ίδιο πράμα που σκέφτηκε αυτός για να απαντήσει. «Δεν υπήρχε περίπτωση να καλέσει κάποιος εκτός ίσως από κανέναν χαζό.» Σκέφτηκε τότε. «Αλλά πάλι θα’ χει πλάκα να τη δω τυπωμένη.» 
Αυτός που τελικά κάλεσε ήταν ο Ιάκωβος. Άνθρωπος λίγο αφελής αλλά εξίσου εύστροφος.
Η αγγελία είχε ως εξής: 
«Ανταλλάσσονται κλούβια αυγά, με μεταχειρισμένη γυάλα για χρυσόψαρα.»
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο δεν είχε τη παραμικρή ελπίδα ότι κάποιος θα είχε δει την αγγελία και θα έπαιρνε για αυτήν. Μάλιστα το είχε σχεδόν ξεχάσει αφού είχε περάσει περίπου μήνας από τότε που την είχε δώσει στην εφημερίδα. 
«Έλα.» Ακούστηκε μία φωνή από το ακουστικό.
«Έλα, ποιος είναι?»
«Εεε, για την κότα πήρα.» Είπε η φωνή μισομπερδεύοντας τα λόγια με ένα μήλο που μασούσε στο στόμα. 
«Ποια κότα ρε φίλε ποιος είσαι?»
«Την κότα ρε άνθρωπε μου από την αγγελία»
O Θωμάς τα συνέδεσε γρήγορα… αυγά…κότες και τα ρέστα και απάντησε.
«Εσύ το έχεις το Hardware?» είπε εννοώντας την γυάλα που ανέφερε η αγγελία. Όποιος και να ‘ταν η συζήτηση θα χε πλάκα σκέφτηκε.
«Αμέ, μου ψόφησε ο Παρμενίων και έμεινε ακατοίκητο»
“Παρμενίων έλεγε το ψαράκι του ο ανώμαλος.” Σκέφτηκε ο Θωμάς. “Αν είχε ψάρι”. «Δεν μου λες, νόστιμη ήταν?» τον ρώτησε.
«Ποια η σούπα? Καλή ήταν αν και λίγο πικάντικη. Δεν είχε προλάβει να χέσει το σκατόζωο όταν τα τίναξε.»
Ο Θωμάς έσκασε ένα γέλιο. Ο τύπος φαινόταν ψιλό ΟΚ. Του έδωσε ραντεβού σε Νετ - καφέ. Ο Ιάκωβος του είπε ότι θα κάνει login με παρατσούκλι Καύκας, και αυτός από εκεί και πέρα θα τον έβρισκε. 
«Ο αθεόφοβος μου κουβάλησε γυάλα από χελωνάκι.» Σκέφτηκε, καθώς ήπιε άλλη μία γουλιά από τον καφέ του. Μετά ξαναέσκασε μόνος του στα γέλια όταν θυμήθηκε το γέλιο που ρίξανε σχετικά με την χελωνόσουπα του Ιάκωβου, που αυτός νόμιζε ότι ήταν ψαρόσουπα, και τη κοτόσουπα που θα έφτιαχνε ο Ιάκωβος από τη κότα του Θωμά με τα κλούβια αυγά.

7.
Παρόλο που ο Θωμάς δε θα του έλεγε τίποτα άμα τη σκάλιζε λίγο, αυτός προτίμησε να αφήσει την έρευνα και τη σακούλα για όταν έρθει ο φίλος του. Άλλωστε δικιά του ιδέα ήταν, δικιά του και η υλοποίηση της και δεν ήθελε να του στερήσει τη χαρά να ανοίξει το πρώτο γράμμα. Ήταν σίγουρος άλλωστε ότι, όπως πάντα, δε θα βρίσκανε τίποτα παρά συνηθισμένα γράμματα και θα προσπαθούσαν επιδεικτικά μετέπειτα να μετατρέψουν τις κοινές, πεζές, μονότονες ατάκες ενός ξεμωραμένου γέρου παππού, ενός τρελού θείου ή ενός μικρού παιδιού σε κωδική κρυφή συνθηματολογία ώστε να γελάσουν λίγο.
Αποφάσισε να πέσει για ύπνο μέχρι να εμφανιστεί ο φίλος του. Γρήγορα το σώμα του χαλάρωσε, και το μυαλό του άρχισε να λειτουργεί σε άλλη διάσταση. 

8.
Το 1877 Ο Δρ. Jonathan Wobble,Άγγλος φυσικομαθηματικός και συγγραφέας, δήλωνε στο κατάπληκτο τύπο του Λονδίνου : 
«Κρατάμε στα χέρια μας μαρτύρια μιας ασύλληπτης ανακάλυψης που μας τρομάζει. Είμαστε κοντά στην δημιουργία μιας εφευρέσεως που θα βοηθήσει στην διεξαγωγή των πειραμάτων μας. Αυτό που μπορώ να σας πω τώρα είναι ότι καταλήγουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχουν δύο είδη ηλεκτρισμού. Ο ένας είναι τραχύς και τυφλός παράγεται απ’ την επαφή μετάλλων και οξέων• ο άλλος είναι έξυπνος και διορατικός. Ο τραχύς … ακολουθεί τους Jacobii, Bonelli, και Moncal, ενώ ο έξυπνος ακολουθεί τους Bois-Robert, Thilorier, και Chevalier Duplanty. Η ηλεκτρική σφαίρα ή σφαιρικός ηλεκτρισμός (σφαιρική αστραπή;) περιέχει μια σκέψη που παραβαίνει τον Newton (βαρύτητα;) και τον Mariotte  ακολουθώντας τα δικά του καπρίτσια … έχουμε στα χρονικά της έρευνας δεκάδες αποδείξεις της εξυπνάδας του χτυπήματος του κεραυνού … αλλά παρατηρώ ότι επιτρέπω στον εαυτό μου να γίνομαι αδιάκριτος. Λίγο ακόμα και θα είχα προδώσει το κλειδί που πρόκειται να μας αποκαλύψει το παγκόσμιο πνεύμα.»
Λίγο αργότερα το 1883 ο Δρ. Jonathan Wobble κοινοποιεί μαζί με τον Jacob Ferlie, γνωστό φυσικομαθηματικό, τα αποτελέσματα μίας σειράς πειραμάτων που διεξήχθησαν με τη βοήθεια μιας φωτογραφικής μηχανής δικής τους κατασκευής. Συνολικά τα πειράματα, 50 συνολικά, καταδείκνυαν την ύπαρξη μιας σκιάς, για λίγες ώρες μετά τη θανάτωση πειραματόζωων σε δωμάτια κατάλληλα μονωμένα και με συγκεκριμένες συνθήκες πίεσης, θερμοκρασίας μείγματος αερίων που διοχετευόταν στο χώρο. Οι επιστήμονες ισχυρίστηκαν ότι κατάφεραν να φωτογραφίσουν τη θολή αυτή αύρα της σκιάς.
Τελικά το 1889 μετά από σιγή 6 ετών, ο J. Wobble, κι ενώ έχει ήδη αποχαιρετήσει το φίλο του που βρήκε τραγικό θάνατο σε δυστύχημα, δηλώνει σε ήπιο τόνο τα ακόλουθα :
«Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε κατά την διάρκεια των πειραμάτων φαίνεται να είναι ελαττωματική και συνεπώς ανακαλούμε τα όποια συμπεράσματα ανακοινώσαμε τότε.»  


9.
Χτύπησε το κουδούνι. Ο Ιάκωβος τινάχτηκε σαν ελατήριο. Είχε περάσει γύρω στη ώρα από την στιγμή της ανταλλαγής. «Δεν άργησα και πολύ έτσι?» Είπε ο Θωμάς καθώς έμπαινε μες το διαμέρισμα.
Μετά από πέντε λεπτά ήταν και οι δύο έτοιμοι να αρχίσουν. «Ορίστε» είπε ο Ιάκωβος και ο Θωμάς απλώνοντας το χέρι του τράβηξε ένα γράμμα μέσα από τη σακούλα που ήταν στα χέρια του φίλου του. Ακολούθησε τη συνήθη διαδικασία και αφαίρεσε προσεκτικά το περιεχόμενο. Ξεδίπλωσε το φύλλο χαρτί. «Τίποτα! Νext!» είπε ο Θωμάς και συνέχισε τη γνωστή διαδικασία που ακολουθούν με τα άχρηστα γράμματα τα οποία τελικά θα καταλήξουν από την άδεια πια από τον Παρμενίωνα γυάλα σε μία σακούλα και πίσω στο Γιάννη.

«Α δε σου είπα. Είδα ένα περίεργο όνειρο όσο έλειπες.» είπε ο Ιάκωβος καθώς άρχισε να πασάρει έναν – έναν τους φακέλους. «Γεια πες» αποκρίθηκε ο Θωμάς. «Λοιπόν, αυτό που θυμάμαι είναι εσένα να τρέχεις με κάτι στα χέρια. Πρέπει να ήσουν πάνω στη Κομνηνών»  «Ποια είναι? Δε θυμάμαι…και τελικά?» τον ρώτησε ο Θωμάς. «Ε, τώρα που να σου εξηγήσω. Κάθετη στη Τσιμισκή, την ξέρεις. Τελικά τίποτα φαινόσουν βιαστικός και αυτά.» του απάντησε ο Ιάκωβος. «Άντε ρε… περίεργα μας τα λες. Πιάσε το επόμενο!» είπε ο Θωμάς καθώς πέταγε με το ένα χέρι ένα γράμμα κι έπιανε το άλλο. 

10.
Η τηλεόραση έπαιζε ένα άσχετο θρίλερ στο βάθος. Ήταν πια 11:35, βράδυ. Θωμάς: «Πόσες ώρες έχουμε ρε, συ? πάω να φέρω καμιά Cola, δίψασα.» «Καλά λες. Θα παραγγείλω κάτι να τσιμπήσουμε» απάντησε ο Ιάκωβος. 

Έβαλε το τζάκετ του όσο κατηφόριζε τα σκαλιά. Πήγε κάτι να σκεφτεί, αλλά οι σκέψεις του πέταξαν όταν σήκωσε το βλέμμα του και είδε τη λάμπα του δρόμου να αναβοσβήνει περίεργα για λίγο. Περνώντας το δρόμο διαγωνίως με κατεύθυνση το περίπτερο έσκυψε το κεφάλι προσπαθώντας να θυμηθεί αυτό το κάτι που του διέφυγε  κι  έβαλε ασυναίσθητα τα χέρια στις τσέπες.

Ο φίλος του πίσω είχε ήδη προσπαθήσει μία φορά, και μία ακόμη, αλλά το τηλέφωνο που καλούσε ήταν κατειλημμένο. Δε πρόλαβε να σχηματίσει τους αριθμούς για τρίτη φορά όταν χτύπησε τη πόρτα ο Θωμάς, με τη παλάμη του μάλλον, φωνάζοντας «άνοιξε, άνοιξε ρε.» Μέχρι να φτάσει στη πόρτα αυτή είχε τρανταχτεί αρκετές φορές από τα χτυπήματα του φίλου που όρμηξε σα σίφουνας σαρώνοντας το χώρο δεξιά κι αριστερά. «Που είναι …που είναι η γυάλα?» φώναξε ενώ ταυτόχρονα βούτηξε πάνω από ένα κρεβάτι και την άρπαξε. Την άδειασε αστραπιαία από το περιεχόμενο της και με μία ακόμη δρασκελιά πήδηξε πάνω από το κρεβάτι λέγοντας με φωνή όλο ένταση « Κι ούτε ξέρω που να πάω.»

11.
Βγήκε στο δρόμο με μία αίσθηση ότι χανόταν ο κόσμος κάτω από τα πόδια του. Κοντοστάθηκε λίγο για να αποφασίσει αν θα πάει αριστερά ή δεξιά. Τη ίδια στιγμή το στομάχι του έγινε ακόμη μεγαλύτερος κόμπος , και αλαφιασμένος άρχισε να τρέχει προς τα δεξιά συνειδητοποιώντας ότι δεν έχει χρόνο. Ήταν 11:45.

Για δέκα - δώδεκα λεπτά έτρεχε στρίβοντας σε άγνωστα στενά μιας πόλης που νόμιζε ότι τόσο καλά ήξερε. Από τη μία έλεγε στον εαυτό του ότι όλα είναι στο κεφάλι του και από την άλλη δεν ολοκλήρωνε τη σκέψη αυτή και άκουγε τη καρδιά του να του λέει κάτι. 

Έφτασε σε ένα δρόμο που του φάνηκε γνωστός μες το πανικό του. Τόση ώρα που έτρεχε είχε κατηφορίσει προς το κέντρο. Κοίταξε το ρολόι του και συνειδητοποίησε ότι είναι μάλλον αργά. Στέναξε φρενάροντας λίγο και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι κάνει λάθος και ότι όλα αυτά είναι μία τρέλα, και ότι δεν είναι χαμένος. Δε πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη σκέψη του και τον πλημμύρισε μία άλλη σκέψη σα δίνη.

 Πήρε μία βαθιά αναπνοή και έκανε μία περιστροφή 360 μοιρών. Όταν επανήλθε στη θέση του συνειδητοποίησε ότι η άκρη του ματιού του συνέλαβε μία φιγούρα στην άκρη του δρόμου. Τα πόδια ξαναπήραν φωτιά με στόχο το διπλανό σοκάκι που ήταν δύο μέτρα μακριά, και στην αστραπιαία προσπάθεια του να καταλάβει τι του συμβαίνει άκουσε τη πόλη να του τραγουδά με τους ήχους της.  

Προσπαθώντας να μην χάσει την αυτοσυγκέντρωση του, αντανακλαστικά οπισθοχώρησε τρεκλίζοντας στο στενό και με τη ματιά του στην άκρη του δρόμου καρφωμένη περιμένοντας τη φιγούρα, η σκέψη του γύρισε σα στρόβιλος στα τελευταία λεπτά. Ένα βήμα ακόμη πίσω. «Τι σημαίνει αυτό. Είμαι κυνηγημένος?» Σκέφτηκε, ενώ έβαζε την βρεγμένη από τον ιδρώτα του χεριού του  γυάλα στη βαθιά τσέπη του τζάκετ. Κοίταξε το ρολόι του σε μία προσπάθεια να συνεφέρει τα λογικά του. 11: 57. έκλεισε τα μάτια του από απογοήτευση και σήκωσε το κεφάλι, κάνοντας ένα μορφασμό. Ταυτόχρονα με τα χέρια του απλωμένα προς τα πίσω, οπισθοχώρησε μισό βήμα ακόμη. Προσπάθησε να ψηλαφίσει ανάποδα  την είσοδο της πολυκατοικίας που θα του έδινε ένα προσωρινό καταφύγιο και την ευκαιρία να έρθει στα καλά του, και να διώξει αυτή τη τρελή σκέψη ότι όχι μόνο έχασε το φανταστικό ραντεβού αλλά τον παρακολουθούν. 

Τα μάτια του για μια στιγμή έκλεισαν ενώ αυτός προσπαθούσε να τα κρατήσει γουρλωμένα και σαν να έχανε τον έλεγχο  η σπονδυλική του στήλη φορτίστηκε περίεργα. Ο κόσμος δε σταμάτησε να του μιλά. Οι φωτεινές επιγραφές πάνω από το κεφάλι του τραγούδαγαν. Με το άνοιγμα των ματιών είδε τις λάμπες του δρόμου απέναντι θολά να τρεμοπαίζουν ενώ συνειδητοποίησε ότι έπεφτε με τη πλάτη σε κάτι μαλακό. 

Καθώς προσπαθούσε να επαναφέρει την ισορροπία του, γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω μα τα μάτια του ήταν τόσο θολά από την ένταση. «Τι έγινε πάλι σε κυνηγάνε?» Άκουσε να του λέει μία γυναικεία φωνή πολύ οικεία. Προσπαθώντας να γουρλώσει τα μάτια του ακόμα παραπάνω για να δει, ξεχώρισε τα όμορφα μαλλιά της. Ήταν η Ρία. «Θωμά, δε μου φαίνεσαι καλά. Σα χλωμό σε βλέπω αγορίνα. Έλα πάνω να σου δώσω ένα τονωτικό λικέρ.» Γύρισε και είδε την είσοδο της πολυκατοικίας. Χωρίς να το καταλάβει είχε καταλήξει μπροστά στο σπίτι της Ρίας. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στην οδό που ήταν γραμμένη στο τζάμι της εισόδου και έγραφε : Κομνηνών 58. Σήκωσε το κεφάλι και έσκασε ένα χαχανητό. Τι ειρωνεία! Αυτή ήταν η Κομνηνών. Τώρα θυμήθηκε. Πάντα αισθανόταν κάπως όταν τη διέσχιζε γιατί λίγο πιο κάτω ζούσε ένας άστεγος με μουστάκι και πρασινοχακί τζάκετ, που το θεωρούσε κρυφό φύλακα της πόλης.

12.
Ανέβηκε τα σκαλιά ακόμη ζαλισμένος προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τη σκέψη του. «Τι ήταν το γράμμα αν δεν ήταν αυτό που νόμισα? » Σκέφτηκε βγάζοντας το από την τσέπη του για να το κοιτάξει όσο η Ρία ξεκλείδωνε. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα σήκωσε το βλέμμα του και τον είδε. Φωτεινός και χαμογελαστός. «Γεια σου μικρέ. » Ακολούθησε μικρή παύση και ένα πλατύ χαμόγελο από μέρους του. «Το έφερες το υλικό?» Ο Θωμάς κοκάλωσε και θυμήθηκε τη γυάλα. Τη γυάλα που είχε στη δεξιά του τσέπη. Ξαφνιασμένος ακόμη έβγαλε τη γυάλα και την έδωσε στον άστεγο που δε φαινόταν πια άστεγος γιατί ήταν καθαρός και τα ρούχα του φωτεινά. «Δε πιστεύω να στεναχωρήσουμε τον Παρμενίων εκεί που είναι, δε νομίζεις?» είπε ο φωτεινός κύριος και σήκωσε μία σακούλα με ένα ψαράκι και την άδειασε στη γυάλα.

«Μα καλά πως?» σιγοψέλλισε ο Θωμάς. Ο Φωτεινός κύριος γύρισε προς το μέρος του, ενώ ακόμη ασχολιόταν με το ψαράκι. «Τα ταχυδρομικά περιστέρια τα ξέρεις?».

«Θες να πεις ότι …» ψιθύρισε ο Θωμάς  διστάζοντας να συνεχίσει. «Ναι μικρέ μου» είπε ο Φωτεινός Κύριος, «κινήθηκες πάνω στις αόρατες γραμμές.» “Το αόρατο πλέγμα που μοιάζει με δίχτυ”. Σκέφτηκε ο Θωμάς. 

«Και η Ρία?» είπε ο Θωμάς γυρίζοντας τη ματιά του σε αυτήν συνειδητοποιώντας ότι ποτέ δεν την είδε τόσο φωτεινή. Πόσο γλυκιά φαινόταν. Πόσο ακτινοβολούσε. Άνοιξε το στόμα της και του αποκρίθηκε, την ώρα που αυτός καταλάβαινε ότι ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της μα πάντα ένα βήμα πίσω της. «Απλά αγάπη μου, είδαμε ότι προξένησες κάποιων τη περιέργεια και σκεφτήκαμε ότι όλο και κάτι χρήσιμο θα μπορούσες να κάνεις αν ήσουν με το μέρος μας. Ορίστε το λικεράκι σου.»

Ο Θωμάς απλά άπλωσε το χέρι του να πιάσει το ποτήρι σε μία φάση όπου το μυαλό του δε μπορούσε πια να λειτουργήσει. Ήπιε το ποτό του σιγά σιγά με το μυαλό του κενό. Μετά αποφάσισε ότι ήταν ώρα να πηγαίνει και το ανακοίνωσε στην Ρία, ανακαλύπτοντας παράλληλα ότι όσο αυτός ήταν χαμένος ο φωτεινός Κύριος είχε εξαφανιστεί.

13.
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά έστριψε το κεφάλι του προς τα αριστερά προσπαθώντας να σπρώξει τις σκέψεις του έξω από το κεφάλι του και έξυσε αμήχανα τη μύτη του. Χτύπησε το κινητό. Ακούστηκε η φωνή του φίλου του. « Φιλαράκο. Η πίτσα σου κρυώνει!! Τι έγινε? Πού είσαι?»

Έφτασε στο σπίτι. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, μέχρι που την έκλεισε ο Θωμάς μπαίνοντας. Ο Ιάκωβος καθόταν με τη πλάτη προς το μέρος του Θωμά και έβλεπε ένα χαζό θρίλερ στη τηλεόραση.  Σήκωσε τον αριστερό δείκτη και έδειξε ένα πιάτο, χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του νεοεισερχόμενου. «Σου άφησα μερικά κομμάτια αλλά έχει κρυώσει. Έλα κάτσε. Έχει μία ωραία ταινία στη TV. Α, τι έγινε με τη γυάλα?” 

«Τίποτα» είπε ο Θωμάς. «Την έδωσα σε έναν για το ψαράκι του.» 
«Α, μπράβο, την έκανες τη καλή σου πράξη σήμερα!! Έλα κάτσε.» απάντησε ο φίλος του. Εκείνη τη ώρα ανεβοκατέβηκε στιγμιαία η τάση του δικτύου κάνοντας τη τηλεόραση να ανοιγοκλείσει. «Τρίτη φορά σήμερα. Περίεργο.» μουρμούρισε ο Ιάκωβος.

Το  άλλο πρωινό ο Ιάκωβος βρήκε ένα  παιδικό φάκελο να προεξέχει από τη τσέπη του τζάκετ του Θωμά που ακόμη κοιμόταν. Τον έβγαλε προσεκτικά, και ξεδίπλωσε το γράμμα. Ήταν άγραφο. Εκτός βέβαια από τα σχέδια πάνω στο φύλλο που ήταν κάτι αστεία ψαράκια αχνά τυπωμένα και μάλλον υπήρχαν εκεί για να δίνουν χαρούμενο τόνο στα παιδικά γράμματα. Προσεκτικά και κοιτώντας τριγύρω σα κατάσκοπος, έβαλε το γράμμα στη τσέπη έτσι όπως το βρήκε. Παράλληλα σιγομουρμούρισε κάτι για το κόλλημα του φίλου του με αυτόν τον Αγγέλου. 

0 σχόλια