Φόβος θανάτου

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2026

 Η εσωτερική πάλη ήταν το μόνο του χόμπι. Την καλλιεργούσε όπως άλλοι καλλιεργούν φυτά στο μπαλκόνι: με υπομονή, με υπερβολική φροντίδα, με μια κρυφή ανάγκη να τα δει να μαραίνονται μπροστά στα μάτια του την ώρα που τα ποτίζει. Αν σταματούσε να παλεύει, φοβόταν, τότε ο θάνατος θα είχε επιτέλους χώρο να καθίσει δίπλα του στον καναπέ, να του πιάσει κουβέντα, να του δείξει τις φωτογραφίες από όλους εκείνους που πίστεψαν πως θα γλιτώσουν απλώς σκέφτοντας τον εαυτό τους ασταμάτητα. Γι’ αυτό συνέχιζε. Σκαρφίζονταν νέες ενοχές, νέες υποψίες, μικρές εσωτερικές δίκες όπου ο ίδιος ήταν και κατήγορος και μάρτυρας και θύμα. Ο δικαστής, φυσικά, ανέβαλλε αιωνίως την ετυμηγορία. Γιατί κάθε αύριο το κατηγορητήριο ερχόταν με άλλη φωνή, άλλο πρόσωπο. 

Τις νύχτες, το δωμάτιο μεταμορφωνόταν σε αρένα. Οι σκιές από τα έπιπλα μακραίναν, γλιστρούσαν στους τοίχους, έπαιρναν μορφές από παλιές του εκδοχές: ο έφηβος που ορκιζόταν πως δεν φοβάται τίποτα, ο άντρας που υπόσχονταν πως θα αλλάξει από αύριο, το παιδί που κοιτούσε το ταβάνι με μάτια τεντωμένα από εκείνο το πρώτο, ακατανόητο «γιατί». Όλοι αυτοί τον κύκλωναν, σαν παλιοί γνώριμοι που ήρθαν για δείπνο χωρίς να έχουν προσκληθεί. Στη μέση του δωματίου υπήρχε μια καρέκλα. Κάθε νύχτα καθόταν σε αυτήν ένας διαφορετικός φόβος. Μερικές φορές ο φόβος φορούσε το πρόσωπο του πατέρα του, άλλες το πρόσωπο μίας ερωμένης, άλλοτε το πρόσωπο ενός γιατρού που χαμογελούσε με την επαγγελματική εκείνη ευγένεια που μυρίζει λίγο νοσοκομείο.

Ο θάνατος, εν τω μεταξύ, δεν φαινόταν πουθενά. Αυτό ήταν το πιο ενοχλητικό. Έπρεπε να τον υποθέτει, να τον φαντάζεται σε σκιές, σε άδειες γωνίες, στην κίνηση του ρολογιού που είχε σταματήσει από χρόνια αλλά συνέχιζε να δείχνει μια ώρα που δεν υπήρξε ποτέ. Αν ο θάνατος ερχόταν στα ίσια, ίσως να έβρισκε το κουράγιο να τον κοιτάξει. Μα ο θάνατος ήταν πάντα ένα βλέμμα από πίσω, μια αναπνοή που δεν έβγαινε, μια σιωπή που έσταζε στην άκρη της φράσης και την έκανε ερωτηματικό.

Έτσι, ανακάλυψε τη χρησιμότητα της εσωτερικής σύγκρουσης. Αν μέσα του γινόταν διαρκώς πόλεμος, αν στήνονταν κάθε μέρα νέα στρατόπεδα, αν κήρυττε επαναστάσεις σε κάθε του σκέψη, τότε δεν θα υπήρχε χώρος για την απλή, καθαρή διαπίστωση ότι το σώμα του είναι θνητό. Η ένταση μετατοπίζονταν από το «πότε θα τελειώσω;» στο «γιατί είμαι έτσι;». Είχε καταφέρει να αντικαταστήσει τον τρόμο του τέλους με την υπνωτική, σχεδόν γλυκιά φρίκη του να μην αντέχει τον εαυτό του. Η ζωή του έγινε μια μακριά διαδρομή μέσα σε λαβύρινθο χωρίς έξοδο, όπου ο μινόταυρος ήταν ο ίδιος, αλλά τουλάχιστον ο μίτος της Αριάδνης είχε κοπεί τόσο νωρίς που κανείς δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει πως δεν προσπάθησε να βρει διέξοδο.

Κάποια νύχτα, το ταβάνι ράγισε. Όχι από σεισμό, ούτε από παλιά υγρασία· ράγισε αθόρυβα, σαν να είχε βαρεθεί να παριστάνει τον ουρανό του δωματίου. Από τις ρωγμές άρχισε να διαρρέει ένα φως λεπτό, σχεδόν ανεπαίσθητο, σαν σκέψη που ακόμη ντρέπεται να διατυπωθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, στάθηκε ακριβώς από κάτω. Το φως έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του σε λεπτές λωρίδες, κόβοντάς το σε κομμάτια. Για μια στιγμή είδε τον εαυτό του να διαχωρίζεται σε πρόσωπα: ένα μάτι που κοιτούσε μπροστά, ένα άλλο που κοιτούσε προς τα μέσα, ένα στόμα που ήθελε να γελάσει και άλλο ένα που ήθελε να ουρλιάξει. Τα πρόσωπα άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από το κεφάλι του, σαν φεγγάρια σε τροχιά. Όσο πιο γρήγορα γύριζαν, τόσο πιο σταθερός ένιωθε. Η εσωτερική του πάλη αποκτούσε επιτέλους γεωμετρία.

Στο πάτωμα, οι σκιές έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια. Ενώ εκείνος στεκόταν ακίνητος, οι σκιές του πάλευαν μεταξύ τους. Η αριστερή σκιά άρπαζε την δεξιά από τον λαιμό, η πίσω σκιά κρατούσε την μπροστινή από τους ώμους, μια τέταρτη, πιο λεπτή και σχεδόν διάφανη, προσπαθούσε να ξεφύγει προς τον τοίχο. Έμοιαζε σαν να ήθελαν όλες να ξεσκιστούν μεταξύ τους, αλλά όποιος κι αν νικούσε, η ήττα θα ανήκε πάντα σ’ εκείνον που τις κουβαλούσε. Χαμογέλασε με ένα γέλιο που δεν έμοιαζε δικό του. Αν υπάρχει μέσα μου αρκετή βία, σκέφτηκε, ίσως ο θάνατος να βαρεθεί να περιμένει στην ουρά.

Το θυμήθηκε τότε: κάποτε, μικρός, είχε σταθεί μπροστά στον καθρέφτη του διαδρόμου και είχε ρωτήσει μεγαλόφωνα, χωρίς κανείς να τον έχει διδάξει τις λέξεις: «θα πεθάνω;». Οι γονείς του κοιμούνταν, το σπίτι βούιζε από την ανάσα των επίπλων, και ο καθρέφτης δεν είχε απάντηση. Εκείνη η σιωπή ήταν το πρώτο του τραύμα. Έπειτα από χρόνια, ανακάλυψε ότι η σιωπή αυτή συνέχιζε να απαντά σε κάθε του ερώτηση, απλώς είχε αλλάξει όνομα: την φώναζε αυτογνωσία, την φώναζε ευθύνη, την φώναζε ωριμότητα. Μα η ουσία έμενε η ίδια: καμία εξήγηση, μόνο μια επιβεβαίωση ότι δεν υπάρχει κέντρο να στηριχτεί, μόνο μια βεβαιότητα πως ο γκρεμός είναι η μόνη σταθερή επιφάνεια.

Τώρα, μπροστά στο ραγισμένο ταβάνι, ένιωσε την ανάγκη για μια νέα ερώτηση. Αντικατέστησε το «θα πεθάνω;» με το «γιατί χρειάζομαι τόσο πολύ να πολεμάω μέσα μου;». Η ερώτηση κρεμάστηκε στον αέρα, σαν λάμπα χωρίς ρεύμα. Από τις ρωγμές, το φως έμοιαζε να τη διαβάζει, να τη γεύεται, να αποφασίζει αν αξίζει απάντηση. Καμία φωνή δεν ακούστηκε· αντ’ αυτού, άρχισαν να πέφτουν από το ταβάνι μικρά χαρτιά, σαν στάχτες από καμένα γράμματα. Στο καθένα ήταν γραμμένη μία μόνο λέξη: «αναβολή», «μετά», «ίσως», «όταν», «αργότερα». Τα χαρτιά άγγιζαν το δέρμα του και έλιωναν, αφήνοντας μια αίσθηση δροσιάς, σαν κάποιος να φύλαγε μέσα του ένα υπόγειο πηγάδι που δεν είχε ακόμη τολμήσει να κατέβει.

Μάζεψε ένα από τα χαρτιά πριν προλάβει να λιώσει. Το έφερε κοντά στα μάτια του. Η λέξη επάνω ήταν «εσύ». Κοίταξε για λίγο την μελάνη, σαν να επρόκειτο να του εξηγήσει κάτι που πάντα ήξερε αλλά δεν τολμούσε να παραδεχτεί. Αν η εσωτερική του πάλη ήταν το αντίβαρο, τότε η ζυγαριά ποιανού ήταν; Ποιος κρατούσε τον μοχλό; Ίσως ο θάνατος να μην ήταν καν το άλλο άκρο· ίσως να ήταν το αόρατο χέρι που κρατούσε την ίδια τη ζυγαριά, κουνώντας την λίγο κάθε φορά που εκείνος πίστευε πως ισορρόπησε.

Βγήκε στο δρόμο. Η πόλη κοιμόταν με τα μάτια ανοιχτά: τα φώτα των πολυκατοικιών τρεμόπαιζαν σαν κόρες ματιών, τα μπαλκόνια έγερναν προς τα κάτω σαν ώμοι, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα έμοιαζαν με κουφάρια ζώων που συνήθισαν την ακινησία. Περπάτησε άσκοπα, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε μια παλιά στοά. Πάνω από την είσοδο, μια ταμπέλα ξεθωριασμένη έγραφε «ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΛΗ – ΕΙΣΟΔΟΣ ΔΩΡΕΑΝ». Γέλασε. Το γέλιο αντήχησε στη στοά όπως μια σταγόνα σε στεγνό πηγάδι. Πέρασε μέσα.

Στο εσωτερικό υπήρχαν πόρτες, δεκάδες πόρτες, όλες ίδιες, όλες αριθμημένες. Σε κάθε πόρτα υπήρχε ένα μικρό παράθυρο, και πίσω από κάθε παράθυρο ένας άνθρωπος καθισμένος. Μερικοί έκλαιγαν, άλλοι χτυπούσαν το κεφάλι τους στον τοίχο, άλλοι έγραφαν ασταμάτητα σε τετράδια που δεν τελείωναν ποτέ. Σε μία από τις πόρτες είδε έναν άντρα να στέκεται και να φωνάζει στον εαυτό του μέσα σε καθρέφτη· σε άλλη, μια γυναίκα να σβήνει ξανά και ξανά το ίδιο μήνυμα στο κινητό, χωρίς να το στείλει. Στην άκρη του διαδρόμου, μια ταμπέλα ενημέρωνε: «Παρακαλούνται οι επισκέπτες να μην διακόπτουν τις προσωπικές τους τραγωδίες. Η διάρκεια είναι αόριστη». Δεν ένιωσε καθόλου ξένος. Ήξερε ότι κάπου εδώ θα υπήρχε και το δικό του δωμάτιο.

Προχώρησε, διαβάζοντας τους αριθμούς. Κάθε τόσο, μια πόρτα άνοιγε για μια στιγμή, άφηνε να ξεφύγει ένας αναστεναγμός, μια βρισιά, ένα μικρό, κρυφό «σώσε με». Κανείς δεν έβγαινε, κανείς δεν έμπαινε. Οι άνθρωποι στις κάμαρες έμοιαζαν να έχουν ξεχάσει ότι η πόρτα ανοίγει από μέσα. Ή ίσως να το ήξεραν, αλλά προτιμούσαν την ασφάλεια της μάχης που δεν τελειώνει ποτέ από τον τρόμο ενός διαδρόμου χωρίς οδηγίες. Στο τέλος βρήκε τη δική του πόρτα. Πάνω της δεν είχε αριθμό, μόνο ένα σύμβολο: μια ζυγαριά με τα δύο της άκρα άδεια. Χτύπησε, από ευγένεια, και μετά μπήκε.

Στο δωμάτιο καθόταν ήδη κάποιος. Στην αρχή νόμισε πως ήταν ξένος. Ήταν γυρισμένος με την πλάτη, τα χέρια σταυρωμένα, το κεφάλι γερμένο προς έναν αόρατο ουρανό. Το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα, ούτε ρολόι, ούτε καθρέφτη. Είχε μόνο ένα κρεβάτι, μια καρέκλα και μία λάμπα που τρεμόπαιζε σαν να μην είχε αποφασίσει αν θέλει να φωτίσει ή να αφήσει τα πράγματα στο σκοτάδι. Πλησίασε τον άγνωστο και στάθηκε από πάνω του. «Ήρθα για σένα», είπε. Η φωνή του ακούστηκε παράξενα παχιά, σαν να είχε ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν, από άλλα στόματα. Δικά του αλλά άλλα.

Ο άντρας γύρισε. Δεν είχε πρόσωπο. Εκεί όπου έπρεπε να υπάρχουν μάτια και στόμα υπήρχε μια λεία επιφάνεια, σαν δέρμα που δεν δέχτηκε ποτέ να χαραχτεί από έκφραση. Κι όμως, τον αναγνώρισε. Τον είχε συναντήσει σε κάθε όνειρο όπου προσπαθούσε να μιλήσει και δεν μπορούσε, σε κάθε στιγμή που ήθελε να πει «φοβάμαι» και αντ’ αυτού έλεγε «είμαι κουρασμένος», σε κάθε φιλί που άφησε μισό. Ο άγνωστος σήκωσε το χέρι του, άγγιξε το στήθος του. Στο σημείο της καρδιάς, κάτι χτύπησε διπλά.

«Δεν μπορείς να με δεις», είπε ο δίχως πρόσωπο, «γιατί αν με δεις, δεν θα σε χρειάζομαι πια». Η φωνή του δεν έβγαινε από στόμα· γλιστρούσε κατευθείαν στα κόκαλα, σαν κρύο νερό που βρίσκει όλες τις ρωγμές και φωλιάζει. «Χρειάζομαι τη μάχη σου για να υπάρχω. Κάθε φορά που αμφισβητείς τον εαυτό σου, εγώ αποκτώ σχήμα. Κάθε ενοχή σου με ντύνει. Κάθε φόβος σου μου χαρίζει μάτια. Αν ποτέ σταματήσεις, θα μείνω γυμνός, κι ο θάνατος θα μας καταπιεί χωρίς καν να το προσέξεις».

Κάθισε απέναντί του. Ένιωσε την παλιά ανάγκη να δικαιολογηθεί, να εξηγήσει γιατί δεν ήταν αρκετός, γιατί δεν προσπάθησε αρκετά, γιατί πάντα κάτι τον τραβούσε πίσω την τελευταία στιγμή. Στα χείλη του ανέβηκαν λέξεις-δικαιολογίες, χρόνια ολόκληρα μαθημένες. Πριν προλάβει να τις πει, η λάμπα τρεμόπαιξε τόσο δυνατά που για μια στιγμή νόμιζε πως θα σβήσει. Στο τρεμόπαιγμα εκείνο είδε κάτι: ένα άλλο δωμάτιο, μια άλλη ζωή, όπου καθόταν ήσυχος, χωρίς καμία ανάγκη για πόλεμο μέσα του. Η εικόνα κράτησε κλάσμα δευτερολέπτου, μα ήταν αρκετό. Η καρδιά του βούλιαξε. Το κενό αυτού του πιθανού κόσμου ήταν πιο τρομακτικό από κάθε φανταστικό θάνατο. Τι θα έκανε χωρίς τις εσωτερικές του μάχες; Πού θα έκρυβε το φάντασμα της τελευταίας μέρας;

«Βλέπεις;» συνέχισε ο δίχως πρόσωπο. «Δεν φοβάσαι τόσο το τέλος, όσο την απουσία ρόλου πριν το τέλος. Η πάλη σου είναι το θέατρο όπου παίζεις τον πρωταγωνιστή. Ο θάνατος δεν θα σου κλέψει τη ζωή· θα σου κλέψει τη σκηνή. Γι’ αυτό με έχεις ανάγκη. Εγώ σου προσφέρω άπειρες πράξεις, άπειρες εκδοχές της ίδιας τραγωδίας, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να φτάσεις στην αυλαία».

Έκλεισε τα μάτια. Μέσα στο σκοτάδι, οι φωνές άρχισαν να πυκνώνουν: παλιές ντροπές, ξεχασμένα πρόσωπα που του είχαν πει «φοβάμαι» κι εκείνος είχε αλλάξει θέμα, νυχτερινές κρίσεις άγχους που τις βάφτιζε «κούραση», γιατροί που έλεγαν «είναι απλώς στρες», φίλοι που συμβούλευαν «μην σκέφτεσαι τόσο». Όλες αυτές οι φράσεις κολλούσαν πάνω του σαν βρεγμένα ρούχα. και από κάτω, αμίλητος, φούσκωνε ο παλιός του τρόμος: η σκέψη πως μια μέρα δεν θα υπάρχει ούτε φόβος, ούτε πάλη, ούτε θέατρο, μόνο μια σιωπή τόσο τέλεια που δεν θα χωράει ούτε το όνομά του.

Άνοιξε τα μάτια. Ο δίχως πρόσωπο είχε πλησιάσει. Τώρα στεκόταν τόσο κοντά που μπορούσε να δει τη λεπτή δόνηση στο άμορφο δέρμα, εκεί όπου κάποιοι θα έλεγαν πως βρίσκονται τα μάγουλα. «Θέλεις να σταματήσεις;» ρώτησε. Η ερώτηση ήταν απλή, σχεδόν προσβλητικά απλή. Σαν να του πρόσφεραν να σβήσει ολόκληρη τη βιβλιοθήκη μέσα του πατώντας ένα κουμπί. Και αν το έκανε; Αν μια μέρα ξυπνούσε χωρίς εσωτερικό πόλεμο, χωρίς την ανάγκη να αυτο-αναλύεται, χωρίς την ταραχή του να ψάχνει νόημα; Αν ο θάνατος δεν ήταν πια σκιά στο βάθος, αλλά απλός όρος στο συμβόλαιο της ύπαρξης; Ποιος θα ήταν τότε; Ποιον θα έπαιζε;

Δεν απάντησε. Αντ’ αυτού, σήκωσε τα χέρια και άρχισε να ψηλαφίζει την λεία επιφάνεια εκεί που θα έπρεπε να είναι το πρόσωπο του άλλου. Τα δάχτυλά του ένιωσαν μια απαλή αντίσταση, σαν να χάιδευαν επιφάνεια νερού λίγο πριν σπάσει. Σιγά-σιγά, στο σημείο που άγγιζε, άρχισε να σχηματίζεται κάτι σαν βλέμμα. Δεν ήταν μάτια, ήταν δύο μικρές δίνες σκότους, έτοιμες να ρουφήξουν οποιοδήποτε είδωλο τους προσφερόταν. Ένιωσε την έλξη τους, μια έλξη γνώριμη: ήταν η ίδια έλξη που ένιωθε όταν βυθιζόταν σε σκέψεις μέχρι εξάντλησης, όταν έσκαβε τόσο βαθιά μέσα του που ξεχνούσε πως υπάρχει και επιφάνεια.

«Κράτα με ζωντανό», είπε ο δίχως πρόσωπο. «Συνέχισε να παλεύεις. Εγώ θα στέκομαι εδώ, στην άκρη κάθε σου δράσης, έτοιμος να σε κρίνω, να σε αμφισβητήσω, να σου θυμίζω ότι δεν είσαι ποτέ αρκετός. Κι όσο εγώ υπάρχω, ο θάνατος θα περιμένει έξω από την πόρτα, ανυπόμονος αλλά υποχρεωμένος να σέβεται το πρόγραμμα. Η τραγωδία σου είναι το εισιτήριό σου για την αναβολή. Ας συνεχίσουμε το έργο.».

Το δωμάτιο άρχισε να μικραίνει. Οι τοίχοι πλησίαζαν, η λάμπα δυνάμωνε, η καρέκλα έμοιαζε πλέον τεράστια, το κρεβάτι μίκραινε. Για μια στιγμή, ένιωσε πως θα συνθλιβεί. Τότε συνέβη κάτι απροσδόκητο: γέλασε. Όχι από ελαφρότητα, ούτε από χαρά. Γέλασε σαν κάποιος που αιφνιδιασμένος αναγνωρίζει την γελοιότητα της δικής του επιμονής. «Έτσι λοιπόν», ψιθύρισε, «σε έφτιαξα εγώ για να μη χρειαστεί να κοιτάξω εκείνον». Έδειξε κάπου έξω από το δωμάτιο, προς μια κατεύθυνση χωρίς τοίχους. «Και τώρα μου ζητάς να σε τρέφω για πάντα, για να καθυστερώ το αναπόφευκτο».

Ο δίχως πρόσωπο έμεινε σιωπηλός. Οι δίνες στο σημείο των ματιών του, όμως, στροβιλίζονταν όλο και πιο γρήγορα. Ήταν πρόκληση, απειλή και παράκληση μαζί. Αν τον άφηνε να λιμοκτονήσει, θα έπρεπε να συναντήσει τον θάνατο χωρίς προσχήματα. Αν συνέχιζε να τον τρέφει, θα είχε πάντα κάτι σημαντικό να κάνει: να διορθώνει τον εαυτό του, να αναλύει τις πληγές του, να σχεδιάζει την επόμενη μάχη. Μπορούσε να περάσει ολόκληρη τη ζωή του έτσι, και ο θάνατος να καταφτάσει κάποτε και να τον βρει πανέτοιμο για άλλη μία εσωτερική δίκη, που αυτή τη φορά δεν θα είχε πια καν αντικείμενο. 

Σηκώθηκε. Πλησίασε την πόρτα. Το χέρι του έτρεμε, όχι από φόβο, αλλά από συνήθεια: ήταν η ίδια κίνηση που έκανε πάντα όταν επρόκειτο να σταματήσει κάτι που τον κατέστρεφε, μα που ήταν ταυτόχρονα ο αγαπημένος του ρόλος. Γύρισε και κοίταξε τον δίχως πρόσωπο, που τώρα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στις άκρες, σαν φωτογραφία που βράχηκε. «Δεν υπόσχομαι τίποτα», είπε. «Δεν ξέρω αν μπορώ να ζήσω χωρίς την πάλη. Ίσως να σε χρειάζομαι ακόμη, ίσως για πολύ. Μα απόψε, για μια φορά, θα αφήσω την ζυγαριά άδεια».

Άνοιξε την πόρτα. Αντί για διάδρομο, αντί για στοά, αντί για κόσμο γεμάτο δωμάτια και άλλους ανθρώπους στις δικές τους προσωπικές τραγωδίες, βρήκε ένα πεδίο άμορφο, μια λευκή έκταση χωρίς ορίζοντα, χωρίς σημάδια. Έκανε ένα βήμα. Δεν έπεσε. Δεν υψώθηκε. Απλώς υπήρξε. Η σιωπή εκεί δεν είχε βάρος, δεν είχε απειλή, δεν είχε υπόσχεση. Ήταν μια σιωπή που δεν τον αφορούσε προσωπικά. Ο θάνατος, κάπου μακριά, ήταν ακόμη πιθανότητα, μα δεν χρειαζόταν άλλο το καμουφλάζ της εσωτερικής πάλης για να κρυφτεί.

Κοίταξε πίσω. Η πόρτα είχε εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε δωμάτιο, δεν υπήρχε ο δίχως πρόσωπο. Μόνο το αμυδρό αποτύπωμα ενός βήματος στο λευκό, τόσο ελαφρύ που ακόμη κι αν το έβλεπε κάποιος, θα δίσταζε να το ονομάσει. Ένιωσε ένα τσίμπημα νοσταλγίας για τις παλιές του μάχες, για την γλυκιά αναπνοή της αυτοκατηγορίας, για τον γνωστό θόρυβο των εσωτερικών του δικαστηρίων. Ήξερε πως μπορεί ανά πάσα ώρα να τα καλέσει πίσω. Ήταν δικές του εφευρέσεις, δικά του φαντάσματα, δικά του θέατρα.

Προχώρησε. Κάθε βήμα ήταν άδειο από νόημα και γι’ αυτό, κάπως παράξενα, πιο ανάλαφρο. Ο θάνατος δεν είχε αλλάξει θέση στον χάρτη. Είχε αλλάξει μόνος αυτός: για πρώτη φορά περπατούσε χωρίς να χρειάζεται αντίβαρο. Αν κάποτε ξαναγύριζε στην παλιά του αρένα, ίσως να έβρισκε τον δίχως πρόσωπο να τον περιμένει, πιο αδύναμο, πιο διαφανή, έτοιμο να χτιστεί ξανά από την παραμικρή ενοχή. Ίσως να υπέκυπτε. Ίσως να ξανάρχιζε η παράσταση. Μα προς το παρόν, για μια μικρή, αβέβαιη διαδρομή, μπορούσε να αντέξει την ιδέα ότι δεν παλεύει. Και πως ο φόβος του θανάτου δεν ήταν ο ίδιος ο γυμνός θάνατος. Αλλά μια εσωτερική κίνηση που έστεινε θέατρα με λέξεις, αυλαίες και παραλογισμούς απλά για να τον αποφύγει. Μόνο που τώρα -έστω για λίγο- δεν την είχε πλέον ανάγκη.


0 σχόλια