Ο μαγνήτης στο κέντρο

Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2026

 Στην αρχή δεν υπήρχε ούτε νύχτα ούτε μέρα, μόνο ένα περίεργο ημίφως. Θα έλεγε κανείς ότι ένιωθες να είσαι σε κάποιο μεσοδιάστημα, σε ένα κενό ανάμεσα σε δύο σκέψεις. Εκεί στεκόταν ο Λέανδρος,  δεν ήξερε αν βρισκόταν σε πόλη ή σε όνειρο, μόνο πως κάτω από τα πόδια του κάτι βούιζε. Έμοιαζε με ήχο υπόγειας θάλασσας ή πλήθος ψιθύρων που προσπαθούν να συγχρονιστούν για να πούνε κάτι αλλά δεν τα έχουν καταφέρει.

Το βλέμμα του έπεφτε σ’ έναν δρόμο που άλλαζε συνέχεια : τη μια στιγμή ήταν πλακόστρωτο με βροχή, την άλλη άσφαλτος καλοκαιρινού μεσημεριού, μετά χωματόδρομος με χόρτα που έβγαιναν στις άκρες. Στο βάθος, εκεί που θα περίμενες έναν ορίζοντα, υπήρχε μόνο ένας τοίχος, ίσιος και απέραντος, ενωμένος με το στερέωμα. Πάνω του, κανένα σημάδι ή κάτι. Μόνο μία λεπτή ρωγμή που κατέβαινε από ψηλά μέχρι κάτω, λες και κάποιος είχε χαράξει μια αόρατη γραμμή ανάμεσα σε κόσμους.

Από τη ρωγμή έβγαινε άλλοτε φως, άλλοτε σκοτάδι, και κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο εναλλασσόταν μια φωνή που άρχισε να δυναμώνει. Δεν είχε φύλο, ηλικία ή προφορά· έμοιαζε με φωνή που άκουγες μέσα σου από παιδί, αλλά τότε τη μπέρδευες με το θρόισμα των φύλλων το βράδυ. Τώρα όμως γινόταν όλο και πιο καθαρή, λες και είχε περάσει μέσα από χιλιάδες φίλτρα μέχρι που βρήκε τη σωστή συχνότητα.

«Δεν έχει άλλο πάνω», του είπε. «Τελείωσες με τα ύψη. Τώρα ήρθε η ώρα να κατέβεις».

Ο Λέανδρος κοίταξε τα χέρια του. Έμοιαζαν λίγο ξένα, σαν να είχε δανειστεί χέρια άλλου για τη ζωή του και μόλις τώρα να του τα ζητούσαν πίσω. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάπου αλλού μέσα του ένας πίνακας ελέγχου, ένα κρυφό δωμάτιο με διακόπτες, όπου ένας μικρός επόπτης σημείωνε με μολύβι τις αντιδράσεις του. Μα όσο κι αν έψαχνε στα σπλάχνα του του αυτή την αίσθηση του κρυμμένου χειριστή, δεν έβρισκε τίποτα. Μόνο ένα αμυδρό τράβηγμα, σαν μαγνήτης, λίγο πιο κάτω από το στέρνο, εκεί που δεν είναι ούτε καρδιά ούτε στομάχι, αλλά η μέση τους.

Το τράβηγμα δυνάμωνε. Δεν έμοιαζε με διαταγή αλλά με κάλεσμα, με το αμυδρό άρωμα μιας ανάμνησης που σε πιάνει απ’ το μανίκι και σου λέει «έλα από εδώ, εδώ ήσουν κάποτε ολόκληρος». Δεν ένιωθε να τον σπρώχνουν, ένιωθε να τον μαζεύουν, όπως τα ρινίσματα σιδήρου προσπαθούν να ξαναγίνουν ένα γύρω από ένα μαγνήτη.

«Κάτω είναι μόνο σκοτάδι», είπε χωρίς να το πολυσκεφτεί, λες και συνέχιζε μια παλιά συζήτηση. Η φωνή γέλασε, όχι με ειρωνεία, αλλά με εκείνο το γέλιο που έχουν οι παλιοί φίλοι όταν συνειδητοποιούν ότι ακόμη λες τα ίδια παιδικά πράγματα.

«Κάτω είναι ό,τι δεν άντεξες να δεις ολόκληρο. Το είπες σκοτάδι για να το αφήσεις ήσυχο. Μα δεν σε άφησε αυτό».

Κοίταξε ξανά τη ρωγμή. Τώρα είχε ανοίξει τόσο ώστε να φαίνεται πίσω της μια στενή, σπειροειδής καθοδική σκάλα, που φαινόταν σαν κάποιος να την είχε βιδώσει μέχρι το κέντρο της γης. Τα σκαλιά δεν είχαν υλικό. Αν τα κοίταζες από μια γωνία έμοιαζαν πέτρινα, από άλλη μοιάζαν νερό που είχε παγώσει λίγο πριν σταλάξει, κι από τρίτη θύμιζαν σελίδες βιβλίου διπλωμένες πολλές φορές.

«Θα κατέβω», σκέφτηκε, και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση, βρέθηκε ήδη στο πρώτο σκαλί. Δεν θυμόταν να είχε κάνει βήμα. Ή ίσως το είχε κάνει σε άλλη διάσταση, σε εκείνη όπου οι αποφάσεις προηγούνται του σώματος.

Με κάθε κάθοδο, ο δρόμος, ο τοίχος με τη ρωγμή έσβηναν πίσω του. Η μόνη σταθερά ήταν αυτό το τράβηγμα στο στήθος, που τώρα είχε γίνει θερμή χάντρα, ένας μικρός ήλιος που δεν φώτιζε έξω, μόνο προς τα μέσα.

Σε κάποιο σημείο –χρόνος δεν υπήρχε, μόνο εναλλαγές πυκνότητας– τα σκαλιά άρχισαν να ψιθυρίζουν. Δεν ήταν θόρυβος, ήταν λέξεις, πολύ μικρές, ψίχουλα από προτάσεις:

«Εδώ άφησες το πρώτο σου ψέμα».

«Εδώ ξέχασες το βλέμμα εκείνου του παιδιού».

«Εδώ είπες πως δεν πονάς».

Τα σκαλιά ήξεραν. Δεν τον κατηγορούσαν, μόνο κατέγραφαν ως ουδέτεροι γραμματείς ενός παλιού δικαστηρίου που δεν εκδίδει αποφάσεις.

Άρχισε να αισθάνεται πως δεν ήταν μόνος. Όχι με τη συνηθισμένη έννοια της συντροφιάς, αλλά μ’ εκείνη τη λεπτή ένταση στο πίσω μέρος του αυχένα, όταν κάποιος σε κοιτάζει από χρόνια μακριά. Πλάι του, λίγο πιο κάτω, λίγο πιο πάνω, ανεβοκατέβαιναν άλλες σπείρες της ίδιας σκάλας, που ενώ ήταν άδειες ένιωθε ότι υπήρχαν μορφές. Δεν τις έβλεπε, τις διαισθανόταν σαν ψυχές που αναπνέουν στον ρυθμό της δικής του ανάσας, και υπάρχουν ταυτόχρονα σε όλο το μήκος της σκάλας σα φαντάσματα.

Στο πρώτο πλατύσκαλο, μια πόρτα. Ξύλινη, με φλούδες να ξεκολλούν, αλλά χωρίς χερούλι. Πάνω της, αντί για κλειδαριά, ένα μάτι ζωγραφισμένο. Όχι μάτι ανθρώπινο, αλλά κάτι ανάμεσα σε ίριδα και σπειροειδή νεφέλη. Πλησίασε. Το μάτι άνοιξε. Δεν ήταν πλέον ζωγραφιά, ήταν βλέμμα.

«Εσύ είσαι;» ρώτησε.

«Εσύ ποιος;» απάντησε το μάτι.

Ένιωσε πως, αν απαντούσε με όνομα, ρόλο, ιστορία, θα έλεγε ψέμα. Όλα αυτά ήταν ρούχα που φορούσε στον πάνω κόσμο, εδώ κάτω όμως η γύμνια ήταν νομοτέλεια.

«Είμαι αυτό που δεν τελείωσα ποτέ», είπε τελικά. «Είμαι όλα όσα άφησα πίσω στη μέση».

Το μάτι φάνηκε να χαμογελάει, αν μπορεί ένα μάτι να χαμογελάει, κι η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα χωρίς θόρυβο.​

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο κουτιά. Όχι κοινά κουτιά, αλλά κουτιά-ζώα, κουτιά-αναπνοές. Κάποια ήταν διάφανα και μέσα τους αναβόσβηναν μικρές σκηνές: ένα παιδί που γελούσε και μετά γυρνούσε απότομα την πλάτη· δύο χέρια που πήγαιναν να αγκαλιαστούν και σταματούσαν πριν αγγίξουν· ένα γραφείο με φως χαμηλό και ένα γράμμα μισογραμμένο. Άλλα κουτιά ήταν αδιαφανή, με επιφάνεια λεία, καθρέφτινη. Κάθε φορά που πλησίαζε ένα, το πρόσωπό του άλλαζε μέσα στο είδωλο: γινόταν παιδί, γέρος, γυναίκα, ξένος.

«Τι είναι όλα αυτά;» ρώτησε.

«Συναντήσεις στο μεταίχμιο», απάντησε μια φωνή που δεν ανήκε ούτε στο μάτι ούτε στον ίδιο. Γύρισε και την είδε.

Δεν ήταν εκείνη που είχε αφήσει κάποτε στο φως, δεν ήταν κάποια συγκεκριμένη φιγούρα. Ήταν μια γυναίκα με πρόσωπο που άλλαζε ανάλογα με τη γωνία· από δεξιά έμοιαζε με τον πρώτο του έρωτα, από αριστερά με τη μητέρα του, κατά μέτωπο με ένα άγνωστο πρόσωπο που όμως τον ήξερε καλύτερα κι από τον ίδιο.

«Δεν ήρθα για σένα», πρόλαβε να πει. «Ήρθα…» και σταμάτησε. Για τι είχε έρθει; Για λύτρωση; Για απαντήσεις; Όλα αυτά ακουγόντουσαν τώρα λόγια ξένα.

«Ήρθες γιατί σε τραβάει αυτό που χτίστηκε χωρίς να το καταλάβεις», είπε εκείνη. «Το κέντρο που έφτιαξες με κάθε ειλικρινή σου στιγμή, όσο μικρή κι αν νόμιζες πως ήταν». Έδειξε με το χέρι της το στήθος του, εκεί που έβραζε ο μικρός ήλιος.

«Αυτό δεν είναι ιδέα;» ρώτησε. «Κάποιο σύστημα, μια διδασκαλία; Επηρεασμένος είμαι, όχι αυθεντικός».

Εκείνη γέλασε, ένα γέλιο με πολλαπλές ηχώ, σαν να γελούσαν δεκάδες στόματα με την ίδια ανάσα.

«Ο,τι σε κάλεσε εδώ δεν είναι ιδέα», είπε. «Οι ιδέες μένουν στο κεφάλι και τσακώνονται μεταξύ τους. Αυτό που σε τραβάει από μέσα είναι συλλαμβάνουσα δύναμη. Το λένε μαγνητικό κέντρο όσοι τόλμησαν να του δώσουν όνομα». Πλησίασε. Τα μάτια της –ή τα μάτια των πολλών προσώπων της– καρφώθηκαν στο κέντρο του. «Δεν σε κυβερνά. Σε προσανατολίζει».

Τότε κατάλαβε: όσα βιβλία, δάσκαλοι, συναντήσεις, πόνοι και μικρές χαρές είχαν περάσει από το πάνω του όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχαν χαθεί. Είχαν μαζευτεί σε μία κουκκίδα, ένα στροβιλιζόμενο σημείο βαρύτητας που τώρα τον οδηγούσε κάτω, όχι για να τον φυλακίσει, αλλά για να του επιστρέψει τα κομμάτια που είχε εγκαταλείψει.

«Πρέπει να ανοίξεις τα κουτιά», του είπε. «Όχι όλα μαζί. Όσα αντέχεις ανά αναπνοή».

Πλησίασε ένα διάφανο κουτί. Μέσα έβλεπε τον εαυτό του σε ηλικία δώδεκα, να κάθεται στο κρεβάτι και να κρατάει σφιχτά ένα τετράδιο. Ο δωδεκάχρονος Λέανδρος έγραφε κάτι μανιωδώς, μετά σταματούσε, διάβαζε τις γραμμές και, με μια έκφραση σαν να τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω, άρχιζε να σκίζει τις σελίδες. Κάθε σκισμένη σελίδα έβγαινε από το κουτί και έπεφτε στο πάτωμα του δωματίου όπως μία λευκή νιφάδα.

Έσκυψε, πήρε μία στα χέρια του. Αντί για λέξεις, πάνω της υπήρχε ένα μικρό, μαύρο σύμβολο, κάτι ανάμεσα σε γράμμα και σπείρα. Μόλις το άγγιξε, το σύμβολο έγινε σταγόνα, απορροφήθηκε από το δέρμα του και ανέβηκε προς το στήθος. Ο μικρός ήλιος άρχισε πάλλεται πιο έντονα.

«Κάθε σκισμένη σελίδα είναι ένας εαυτός που δεν άντεξες να δεις», είπε η γυναίκα. «Τώρα θα’ ρθουν όλοι, όχι ως κατηγόριες, αλλά ως καθαρή ενέργεια. Θα τους αντέξεις ή θέλεις να το αφήσεις για άλλη φορά;»

«Αν φύγω τώρα;» ρώτησε.

«Θα ξαναγυρίσεις από άλλο όνειρο, άλλη πόλη. Το κέντρο δεν ξεχνά».

Άρχισε να ανοίγει κουτιά. Στο ένα, μια σχέση που δεν τελείωσε ποτέ, απλώς σκόρπισε σε μικρές αποστάσεις, μέχρι που οι λέξεις έγιναν μηνύματα χωρίς απάντηση. Στο άλλο, μια στιγμή που αισθάνθηκε απόλυτα ζωντανός πάνω σε μια βουνοκορφή και την έθαψε κάτω από ειρωνεία για να μη γελοιοποιηθεί. Σε ένα τρίτο, ο φόβος του για το σκοτάδι, που ως παιδί τον μετέτρεψε σε μικρό τύραννο του εαυτού του, φτιάχνοντας κανόνες και ρουτίνες ώστε τίποτα απρόβλεπτο να μην τον επισκεφτεί.

Κάθε φορά που άγγιζε μια εικόνα, εκείνη διαλυόταν σε σύμβολα, τα σύμβολα σε φως ή σε βάρος, και είτε ανέβαιναν στο στήθος του είτε βυθίζονταν πιο κάτω, σε άγνωστο βάθος. Κάποια τον ελάφρυναν, κάποια τον βάραιναν· δεν είχε σημασία, αρκεί που τίποτα δεν έμενε πια κλειδωμένο.

«Δεν νοσταλγείς τον επόπτη σου;» τον ρώτησε κάποια στιγμή η γυναίκα. «Εκείνη τη φωνή που σου έλεγε τι είναι σωστό, τι λάθος, πώς πρέπει να στέκεσαι, να μιλάς, να αισθάνεσαι;»

Στάθηκε να ακούσει μέσα του. Κάποτε εκεί υπήρχε ένας ανώτερος υπάλληλος, ένας εσωτερικός λογιστής που σημείωνε, χαρακτήριζε, διόρθωνε. Τώρα, στη θέση του, υπήρχε μόνο μία ήσυχη προσοχή, σαν άδειο δωμάτιο έτοιμο να φιλοξενήσει.

«Δεν ξέρω αν μου λείπει», είπε. «Ξέρω μόνο πως τώρα δεν θέλω να κοιτάω τον εαυτό μου από εξέδρα. Θέλω να είμαι μέσα στη σκηνή, όσο άτακτη κι αν είναι».

Η γυναίκα τον κοίταξε με βλέμμα που έμοιαζε με αποδοχή και θρήνο μαζί.

«Αν παραιτηθείς από τον επόπτη, θα χρειαστείς άλλη ισορροπία», είπε. «Δεν θα είναι ηθική, δεν θα είναι κοινωνική. Θα είναι μαγνητική». Ακούμπησε την παλάμη της στο κέντρο του στήθους του. «Εδώ θα μαζεύονται όλα, εδώ θα διαλέγεται η κατεύθυνση. Όχι με σκέψη, αλλά με έλξη».

«Κι αν έλκομαι προς την καταστροφή;» ρώτησε.

«Την αληθινή καταστροφή δεν την επιθυμείς. Σε έλκει μόνο η μεταμόρφωση», είπε. «Αλλά επειδή φοβάσαι την αλλαγή, τη βαφτίζεις καταστροφή για να έχεις μια δικαιολογία να μην πας».

Τα κουτιά είχαν αρχίσει να αδειάζουν. Το δωμάτιο γέμιζε με μία περίεργη ομίχλη από σύμβολα που δεν είχαν προλάβει να ενσωματωθούν, σχήματα που έμοιαζαν με αρχαίες λέξεις κι όμως δεν ανήκαν σε καμιά γλώσσα. Ένιωσε πως, αν άπλωνε το χέρι, θα μπορούσε να πιάσει μια τέτοια λέξη και να την κάνει μέλος του σώματός του. Το έκανε. Το σύμβολο κόλλησε στην άκρη του δαχτύλου του σαν σταγόνα μελανιού και, μόλις το έφερε στο στόμα του, έγινε γεύση. Γεύση μετάλλου και βροχής.

«Δεν είναι για να τα καταλάβεις όλα», είπε η γυναίκα. «Κάποια είναι για να τα γευτείς, κάποια για να τα κουβαλάς χωρίς ερμηνεία. Η ερμηνεία είναι δουλειά του επόπτη. Η ενσωμάτωση είναι υπόθεση άλλου κέντρου».

«Τότε αυτά τα κομμάτια που παίρνω πίσω», ρώτησε, «τι θα γίνουν; Θα γίνω ένας; Ή απλώς μία χαοτική πολλαπλότητα;»

«Θα γίνεις πιο πραγματικός στη πολλαπλότητά σου», απάντησε. «Ούτε ένας, ούτε χαμένος. Θα είσαι ένας μαγνήτης με πολλά θραύσματα σιδήρου, που δεν πολεμούν πια μεταξύ τους, αλλά στρέφονται προς την ίδια κατεύθυνση χωρίς να ξέρουν γιατί».

Ένα βουητό ακούστηκε τότε από κάτω, πιο βαθιά από το δωμάτιο των κουτιών. Η σκάλα συνέχιζε, προφανώς, κι άλλα επίπεδα περίμεναν, πιο σκοτεινά και πιο φωτεινά, ανάλογα τον τρόπο που τα βλέπεις.

«Δεν χρειάζεται να φτάσεις στον πάτο σήμερα», είπε εκείνη, λες και διάβαζε τη σκέψη του. «Ο πάτος είναι μια παιδική φαντασίωση. Το ασυνείδητο δεν έχει πάτο. Έχει μόνο διαφράγματα. Το θέμα δεν είναι πόσο βαθιά θα πας, αλλά αν θα κατέβεις αρκετά ώστε να αλλάξει το κέντρο βάρους σου».

Στάθηκε για λίγο σιωπηλός. Μέσα στο στήθος του, ο μικρός ήλιος είχε μεγαλώσει, όχι όμως τόσο ώστε να τον κάψει. Έμοιαζε να διαστέλλεται και να συστέλλεται όπως η καρδιά, μόνο που αντί για αίμα έστελνε σε όλο το σώμα μικρές δονήσεις, σαν μαγικές οδηγίες.

Κατάλαβε πως γυρισμός προς τα πάνω, προς το παλιό μπαλκόνι της πρώτης σκηνής, δεν θα ήταν επιστροφή στην ίδια κατάσταση. Το πάνω τώρα θα ήταν πιο ελαφρύ, αλλά και πιο επικίνδυνο, γιατί τίποτα δεν θα μπορούσε πια να δικαιολογηθεί ως «δεν ήξερα».

«Θα ξανανέβω;» ρώτησε.

«Η κάθοδος είναι μέσα στην άνοδο όπως η νύχτα μέσα στη μέρα», είπε η γυναίκα. «Θα κινείσαι ανάμεσά τους. Το σημαντικό είναι από πού θα οργανώνεται η κίνηση. Από φόβο ή από το κέντρο που φτιάχτηκε για να αγαπάει την αλήθεια περισσότερο από την ασφάλεια».

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα είχε αρχίσει να γίνεται διαφανής. Τα πρόσωπά της ξεχώριζαν για λίγο το ένα από το άλλο –παιδικό, ερωτικό, μητρικό, αυστηρό, ξένο– κι ύστερα έλιωναν σε μια κοινή λάμψη. Για μια στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να την κρατήσει, να της πει να μην φύγει, να μείνει ως σταθερή μορφή, ως οδηγός. Μα κάτι τον σταμάτησε. Κάτι από αυτήν την καινούρια μαγνητική ισορροπία.

«Δεν θέλω άλλο μύθο να με κυβερνά», είπε απαλά. «Ούτε πρόσωπο να το κάνω σημαία. Αν είσαι κομμάτι μου, θα σε νιώθω. Αν είσαι κάτι πέρα από μένα, δεν θέλω να σε φυλακίσω σ’ ένα σχήμα».

Η λάμψη της απλώθηκε σαν λεπτό πέπλο στον αέρα του δωματίου κι ύστερα μπήκε μέσα από τους πόρους του δέρματός του. Δεν υπήρχε πια «εκείνη», μόνο μια νέα πυκνότητα στο πεδίο γύρω από τον μικρό ήλιο.

Τα κουτιά είχαν σχεδόν εξαφανιστεί. Εκεί όπου πριν υπήρχαν στοίβες, τώρα υπήρχαν απλώς ίχνη στο πάτωμα, σημάδια ότι κάποτε η μνήμη ήταν αποθήκη και όχι κίνηση. Η πόρτα πίσω του άνοιξε μόνη της. Η σκάλα προς τα πάνω τον περίμενε, όχι σαν διαφυγή αλλά ως επόμενο στάδιο της ίδιας κίνησης.

Άρχισε να ανεβαίνει. Κάθε σκαλί τώρα δεν ψιθύριζε τις ελλείψεις του, μόνο μια λέξη μονότονη: «Εδώ». «Εδώ». «Εδώ». Ένιωθε να ξαναφτιάχνεται το σώμα του με τρόπο παράξενο: τα πόδια του τα ένιωθε να ανήκουν σε κάποιον που είχε διασχίσει ήδη μεγάλες αποστάσεις, τα χέρια του να θυμούνταν αγγίγματα που δεν φοβούνται την απώλεια, τα μάτια του να βλέπουν τα πρόσωπα όχι ως απειλές ή σωτήρες, αλλά σαν συγγενείς στην ίδια παράξενη ανθρώπινη κατάσταση.

Όταν βρέθηκε ξανά στο σημείο του πρώτου σκαλιού, η ρωγμή στον τοίχο είχε κλείσει. Στη θέση της υπήρχε τώρα ένας λεπτός κύκλος που έμοιαζε με σημάδι από ποτήρι σε τραπέζι. Ο δρόμος κάτω είχε σταματήσει να αλλάζει μορφή· ήταν ένα απλό, ασήμαντο πεζοδρόμιο. Η πόλη δεν βούιζε πια σαν υπόγεια θάλασσα, αλλά την άκουγε ακριβώς όπως ήταν: σύνολο από ξεχωριστές ζωές, καθεμιά χαμένη στη δική της ιστορία.

Τίποτα δεν είχε γίνει θεαματικό πάνω. Οι βιτρίνες ήταν ακόμα κλειστές, ένα φως σε φοιτητικό δωμάτιο έμενε αναμμένο, ένας σκύλος γάβγιζε προς τα κάγκελα ενός μπαλκονιού που δεν είχαν πια κανέναν. Κι όμως, κάτι στο κέντρο του είχε αλλάξει σημείο αναφοράς.

Δεν ήθελε πια να ψάξει για μορφές να τις ντύσει με επιθυμία και να τις κάνει μύθους. Ο έρωτας που ένιωθε δεν κατευθυνόταν σε πρόσωπο συγκεκριμένο, αλλά σε μια τρεμάμενη υπόσχεση: ότι τα χαμένα κομμάτια δεν είναι για να τα κλαις, αλλά για να τα ενσωματώνεις όταν επιστρέφουν με περίεργες μορφές.

Ξαφνικά δίπλα του, στο κάγκελο που κάποτε του θύμιζε φυλακή, στάθηκε μια άλλη φιγούρα. Κρατούσε ένα κουτί μικρό, στην παλάμη. Το κουτί έτρεμε ελαφρά.

«Φοβάμαι να το ανοίξω», είπε η φιγούρα χωρίς να τον κοιτάξει.

Ο Λέανδρος ένιωσε τον μικρό ήλιο να αλλάζει ρυθμό, λες και προσπαθούσε να συγχρονιστεί με τον παλμό του άλλου. Δεν είχε να δώσει συμβουλή. Δεν ήταν επόπτης πια. Μόνο άπλωσε το χέρι, το ακούμπησε ελαφρά στο σημείο ανάμεσα στο στέρνο και το στομάχι της φιγούρας.

«Αν ποτέ θελήσεις να κατέβεις», είπε ήσυχα, «μην ψάξεις οδηγίες. Ψάξε αυτό το τράβηγμα από μέσα. Θα σου πει πότε, πόσο, πού να σταθείς. Αν είναι αληθινό, δεν θα σε αφήσει να χαθείς, μόνο να διαλυθείς λίγο, όσο χρειάζεται για να αλλάξει η μορφή».

Η φιγούρα δεν απάντησε. Μόνο κράτησε το κουτί λίγο πιο κοντά στο κέντρο της,  σαν να δοκίμαζε το βάρος της απόφασης.

Ο ουρανός, αν μπορούσες να τον ξεχωρίσεις από το ημίφως, δεν είχε αστέρια εκείνη την ώρα. Είχε μόνο μια λεπτή, αόρατη δίνη, που περιπαικτικά θα έλεγε κάποιος ότι μάζευε σε ένα σημείο όλες οι προσευχές και τις σιωπηλές αποφάσεις της πόλης. Κάπου μέσα σ’ αυτήν τη δίνη, το μαγνητικό κέντρο του Λέανδρου ανταποκρινόταν μ’ έναν τρόπο που δεν χρειαζόταν πια λέξεις: μια ήρεμη, σταθερή κίνηση προς τα μέσα, κι από εκεί προς όλα τα έξω.

Και ίσως αυτό να ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα: πως η κατάβαση στο υπόγειο του ασυνείδητου δεν είχε τέλος, αλλά μπορούσε να γίνει αρχή. Όχι αρχή ιστορίας, όχι αρχή μύθου, αλλά αρχή μιας νέας ισορροπίας που δεν ζητούσε να επιβλέπει, μόνο να αγαπά αρκετά, ώστε να αντέχει να βλέπει τα πάντα όπως είναι.

0 σχόλια